Οστεοπόρωση
Η οστεοπόρωση είναι μία από τις πιο συχνές παθήσεις των οστών. Μία στις τρεις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση και ένας στους πέντε άντρες άνω των 50 ετών πάσχουν από οστεοπόρωση.
Τα οστά έχουν την ικανότητα προσαρμογής του σχήματος και του μεγέθους τους, ανταποκρινόμενα στο μέγεθος και το είδος των μηχανικών φορτίων που δέχονται.
Ωστόσο, στην περίπτωση των οστεοπορωτικών ασθενών παρατηρούνται μειωμένη οστική μάζα και διαταραχές στην αρχιτεκτονική της δομής των οστών που αυξάνει την επικινδυνότητα για κάταγμα.
Τα κατάγματα έχουν σημαντική επίπτωση στην ποιότητα ζωής και μειώνουν το προσδόκιμο επιβίωσης των οστεοπορωτικών ασθενών.
Παράγοντες κινδύνου για την οστεοπόρωση
Διάφοροι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την οστεοπόρωση. Αυτοί διαχωρίζονται σε παράγοντες που μπορούν να τροποποιηθούν με τις καθημερινές συνήθειες ή σε μη τροποποιήσιμους παράγοντες, όπως είναι:
Τροποποιήσιμοι
Μη-Τροποποιήσιμοι
Συμπτώματα
Η οστεοπόρωση είναι μία «ύπουλη» νόσος. Η απουσία συμπτωμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι χαρακτηριστικό της. Μπορεί να περάσουν χρόνια με συνεχή αλλοίωση της οστικής μάζας έως ότου εμφανιστεί το πρώτο σύμπτωμα που είναι το κάταγμα. Ασθενείς που έχουν υποστεί ένα οστεοπορωτικό κάταγμα έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ενός επόμενου κατάγματος κατά 86%.
Το συντριπτικό ποσοστό των οστεοπορωτικών καταγμάτων αφορούν την σπονδυλική στήλη, την πηχεοκαρπική άρθρωση και το ισχίο. Επίσης οστεοπορωτικά κατάγματα μπορούν να εμφανιστούν σε άλλα οστά. Υπάρχει περίπτωση το κάταγμα να εμφανίζεται με την ένδειξη πόνου στην μέση και χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο τραύμα.
Διάγνωση
Η διάγνωση της οστεοπόρωσης είναι απλή και γίνεται με την μέτρηση της οστικής πυκνότητας. Η οστική πυκνότητα (bone mineral density-BMD, g/cm2), όπως μετράται με τη φωτονιακή απορροφησιομετρία διπλής ενεργειακής δέσμης (Dual-energy X-ray absorptiometry -DEXA), αποτελεί την καθιερωμένη μέθοδο διάγνωσης της οστεοπόρωσης και παρακολούθησης των οστεοπορωτικών ασθενών.
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας γίνεται στην οσφυϊκή μοίρα και στο εγγύς άκρο του μηριαίου οστού. Ωστόσο, ο γιατρός σας προκειμένου να πραγματοποιήσει μια ολοκληρωμένη αποτίμηση του προβλήματος μπορεί να χρησιμοποιήσει πιο σύνθετα μοντέλα αξιολόγησης του καταγματικού κινδύνου τα οποία εκτός από την οστική πυκνότητα λαμβάνουν υπόψιν και τους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου.
Αντιμετώπιση & Θεραπεία
Με τις σύγχρονες θεραπευτικές δυνατότητες για την οστεοπόρωση μπορεί να επιτευχθεί η αναστολή της επιπλέον οστικής απώλειας, η αύξηση της οστικής μάζας και η μείωση της πιθανότητας κατάγματος. Ανάμεσα στα φάρμακα που λαμβάνονται είναι το ασβέστιο και η βιταμίνη D.
Το θεραπευτικό πλάνο καθορίζεται από τον γιατρό, για τον κάθε ασθενή ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψιν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπου.
Συχνές Ερωτήσεις
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας θα δείξει τις φυσιολογικές ή μη τιμές που μπορεί να υποδηλώνουν οστεοπόρωση. Είναι η μοναδική εξέταση που προσφέρει ασφαλή διάγνωση της πάθησης. Όσο χαμηλότερη είναι η τιμή της οστικής πυκνότητας, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος κατάγματος.
Η εξέταση θα φανερώνει πόσο αδύναμα είναι το οστά, θα εκτιμήσει την επικινδυνότητα κατάγματος το επόμενο διάστημα και θα αξιολογήσει αν βελτιώνεται η οστική μάζα ή χειροτερεύει.
Η εξέταση της οστικής πυκνότητας θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε ένα με δύο χρόνια, σε ασθενείς που βρίσκονται ήδη σε φαρμακευτική αγωγή.
Αν ο γιατρός σας αναφέρει ότι έχετε οστεοπενία, αυτό σημαίνει ότι η οστική πυκνότητα είναι μεν χαμηλή αλλά όχι τόσο ώστε να διαγνωστείτε με οστεοπόρωση. Οστεοπενία δεν σημαίνει ότι απαραίτητα χάνετε οστική μάζα, απλά μπορεί να ανήκετε στην κατηγορία εκείνων που η οστική τους μάζα ανέκαθεν ήταν χαμηλή. Δηλαδή για τον δικό σας οργανισμό η τιμή αυτή να είναι φυσιολογική. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει άτομα με κληρονομική χαμηλή οστική συχνότητα, με ιδιαίτερο σωματότυπο ή με συγκεκριμένα νοσήματα.
Στην περίπτωση οστεοπενίας πρέπει να γίνει και δεύτερη μέτρηση οστικής μάζας. Ο ιατρός θα κάνει σύγκριση των δύο μετρήσεων και θα αξιολογήσει αν όντως υπάρχει απώλεια οστικής μάζας ή αν αυτή η τιμή που βρέθηκε στην πρώτη μέτρηση είναι σταθερή. Μερικές φορές ίσως χρειαστεί 2η και 3ημέτρηση, προκειμένου ο γιατρός να αποφανθεί αν χρειάζεστε ή όχι φαρμακευτική αγωγή.